Βιβλιογραφική ενημέρωση

Ποιο το όφελος της αλλαγής θέσης του εξεταζόμενου κατά τη διάρκεια της κολονοσκόπησης;


Poristion change during colonoscope withdrawal increases polyp and adenoma detection in the right but not in the left sude of the colon: results of a randomized controlled trial. A.J. Ball, S.S. Johal, S. A. Riley Gastrointest Endosc 2015: 82: 488-494.


Είναι ήδη γνωστό πως η διάρκεια της απόσυρσης του ενδοσκοπίου, η εξερεύνηση πίσω από πτυχές, η επαρκής διάταση του αυλού και φυσικά η αποτελεσματική εντερική καθαριότητα, αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν την ανίχνευση πολυπόδων. Η αλλαγή της θέσης του εξεταζόμενου έτσι ώστε το τμήμα του παχέος εντέρου που ελέγχεται να βρίσκεται στο ανώτερο σημείο της κοιλίας (έλεγχος του ΔΕ κόλου με τον εξεταζόμενο στην αριστερή πλάγια θέση – έλεγχο του εγκαρσίου στην ύπτια θέση και έλεγχος του ΑΡ στην δεξιά πλαγία θέση), αποτελεί συνήθης τακτική των ακτινολόγων κατά την διενέργεια βαρούχου υποκλυσμού εδώ και δεκαετίες, καθώς με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται καλύτερη διάταση του αυλού αλλά και μετακίνηση εντερικών υπολειμμάτων. Η τακτική αυτή έχει ήδη υιοθετηθεί από πολλούς ενδοσκόπους ενώ όσοι δεν την εφαρμόζουν είτε θεωρούν δυσχερή την αλλαγή της θέσης (ασθενείς σε καταστολή – παχύσαρκοι ασθενείς) είτε δεν έχουν πιστεί από το πιθανό όφελος που να προκύπτει όσον αφορά την καλύτερη ανίχνευση πολυπόδων, καθώς τα αποτελέσματα προηγούμενων παρόμοιων μελετών είναι αντιφατικά μεταξύ τους.

Στους ασθενείς της παρούσας μελέτης, ο έλεγχος του παχέος εντέρου πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τον παραπάνω τρόπο και διαπιστώθηκε πώς η ενδοσκόπηση του ΔΕ κόλου με τον ασθενή ξαπλωμένο στην αριστερή πλαγία θέση συγκριτικά με την ύπτια θέση, αύξησε τα ποσοστά ανίχνευσης πολυπόδων (26,2%vs 17,7%) και το εύρος διάτασης του αυλού (4,0 vs 3,5). Αντιθέτως, η αλλαγή της θέσης (στο δεξί πλάι για τον έλεγχο του ΑΡ κόλου) δεν φάνηκε τα βελτιώνει τα ποσοστά ανίχνευσης πολυπόδων, συστήθηκε ωστόσο από τους συγγραφείς της μελέτης να εφαρμόζεται όταν ο έλεγχος του εντέρου δεν είναι ικανοποιητικός.

Γιατί διαφέρουν μεταξύ τους τα αναφερόμενα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου μετά από μια αρνητική κολονοσκόπηση;


Post-colonoscopy colorectal cancer (PCCRC) rates vary considerably depending in the method used to calculate them: a retrospective observational population-based study of (PCCRC) in the English National Health Service. Eva JA Morris, Matthew D Rutter, Paul J Finain, James D Thomas, Roland Valori Gut 2015;64: 1245- 1256.


Παρά το γεγονός ότι η κολονοσκόπηση αποτελεί την βασική διαγνωστική εξέταση για τον καρκίνο του παχέος εντέρου, η διαγνωστική της ακρίβεια δεν είναι 100%, καθώς σε αρκετά άτομα διαγιγνώσκεται η νόσος αν και προηγουμένως είχαν υποβληθεί σε μια αρνητική κολονοσκόπηση. Τα ποσοστά PCCRC έχουν προταθεί ως ποιοτικός δείκτης της κολονοσκόπησης, αλλά οι μέχρι τώρα μελέτες έχουν αναφέρει ποσοστά που κυμαίνονται ευρέως μεταξύ τους. Η παραπάνω απόκλιση θα μπορούσε να αποδοθεί σε ποιοτικές διαφορές των ενδοσκοπικών κέντρων, θα μπορούσε όμως να αντανακλά και τις διαφορετικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό τους.

Η μελέτη αυτή αφενός μεν συγκρίνει τις μεθόδους υπολογισμού του δείκτη PCCRC που έχουν χρησιμοποιηθεί μέχρι τώρα αφετέρου δε, προτείνει μια νέα μέθοδο που βασίζεται στο χρόνο της κολονοσκόπησης, παρά σε αντίθεση με τις προηγούμενες, στο χρόνο διάγνωσης της κακοήθειας.

Σύμφωνα με πληροφορίες που προήλθαν από το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Αγγλίας, την περασμένη δεκαετία (2001-2010), 297.956 άτομα διαγνώστηκαν με καρκίνο του παχέος εντέρου. Από αυτούς, οι 94.648 είχαν υποβληθεί σε κολονοσκόπηση την τελευταία τριετία από τη διάγνωση. Ο υπολογισμός του δείκτη PCCRC με τις προηγούμενες μεθόδους έδωσε ποσοστά PCCRC, που διέφεραν σημαντικά μεταξύ τους (από 2,1% έως 7,5%). Αντιθέτως, με τη νέα προτεινόμενη μέθοδο, το ποσοστό PCCRC βρέθηκε να είναι 8,6%. Επιπλέον, το ποσοστό αυτό παρουσίαζε πτωτική τάση από 10,6% το 2001 σε 7,3% το 2007.

Ποιο είναι το ιδανικό χρονικό διάστημα ιστολογικής επανεκτίμησης των ασθενών με κοιλιοκάκη;


Predictors and significance of incomplete mucosal recovery in celiac disease after 1 year on gluten-free diet. H.Pekki, K. Kurppa M. Maki et al. Am J gastroenterol 2015;110: 1078-1085. 


Αντιφατικές μεταξύ τους, εξακολουθούν να είναι οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την αναγκαιότητα της επαναληπτικής βιοψίας ασθενών με κοιλιοκάκη, ένα χρόνο μετά την απόσυρση της γλουτένης από τη διατροφή. Οι κύριοι λόγοι που επιβάλλουν την επανάληψή, είναι η παρακολούθηση της ιστολογικής ανταπόκρισης, η προσήλωση των ασθενών στις διαιτητικές οδηγίες αλλά και ο αποκλεισμός σοβαρών επιπλοκών όπως η ανάπτυξη ανθεκτικής κοιλιοκάκης σε μη ανταποκρινόμενους ασθενείς. Το ιδανικό χρονικό διάστημα της επανάληψης της βιοψίας παραμένει ακαθόριστο, καθώς ένας σημαντικός αριθμός ασθενών με κοιλιοκάκη, δεν έχει πετύχει πλήρη ιστολογική αποκατάσταση του βλεννογόνου ακόμη και ένα χρόνο μετά την απόσυρση της γλουτένης ενώ δεν ξεπερνά το 96% το ποσοστό των ασθενών που το επιτυγχάνουν ακόμη και στο απώτερο μέλλον.

Οι ασθενείς της μελέτης αυτής (263) διαιρέθηκαν σε δύο ομάδες ανάλογα με την πλήρη ή ατελή ιστολογική αποκατάσταση, ένα χρόνο μετά την απόσυρση της γλουτένης από την διατροφή. Εκτός της κλινικής τους σημειολογίας, εκτιμήθηκαν οι ορολογικοί δείκτες τους, η οστική τους μάζα και άλλες εργαστηριακές παράμετροι κατά τη στιγμή της διάγνωσης αλλά και ένα χρόνο μετά.

Η ομάδα των ασθενών με ατελή αποκατάσταση του βλεννογόνου παρουσίαζε σοβαρότερη ιστολογική βλάβη, υψηλότερους τίτλους αντισωμάτων και περισσότερες ενδείξεις δυσαπορρόφησης κατά τη στιγμή της διάγνωσης. Διαπιστώθηκε επίσης ότι σε ασθενείς με αυστηρή συμμόρφωση στη δίαιτα ελεύθερη γλουτένης, η ατελής ιστολογική αποκατάσταση, δεν επηρέασε την κλινική ανταπόκριση ούτε την μακροχρόνια πρόγνωση υποδεικνύοντας ότι, ενδεχομένως το διάστημα ενός έτους για την ιστολογική επανεκτίμηση να είναι μάλλον βραχύ.